Τελευταία Νέα
Διεθνή

Banque de France: Η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα κατά την κρίση του ευρώ, αλλά… κινδυνεύουμε

Banque de France: Η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα κατά την κρίση του ευρώ, αλλά… κινδυνεύουμε
Ο διοικητής της Banque de France Emanuelle Moulin προειδοποιεί για δημοσιονομικό εκτροχιασμό – Η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα, αλλά το σενάριο της κρίσης χρέους ξαναζωντανεύει στην Ευρώπη
Η λέξη «Ελλάδα» επιστρέφει, έστω και ως προειδοποίηση, στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης για το δημόσιο χρέος, καθώς η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επικίνδυνη εξίσωση: τεράστιο χρέος, επίμονα υψηλά ελλείμματα, αναιμική ανάπτυξη, πολιτική αστάθεια και, πάνω απ’ όλα, ένα κόστος δανεισμού που αρχίζει να γίνεται ασφυκτικό.
Ο νέος διοικητής της Banque de France, Emanuelle Moulin, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου με τρόπο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Εάν η Γαλλία δεν υιοθετήσει έναν αξιόπιστο προϋπολογισμό που θα περιορίζει τις δημόσιες δαπάνες και θα οδηγεί σε σταδιακή αποκλιμάκωση του ελλείμματος, κινδυνεύει, όπως προειδοποίησε, να «στραγγαλίζεται σταδιακά από την άνοδο των επιτοκίων».
Η διατύπωση είναι βαριά. Και αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν αφορά μια μικρή ή περιφερειακή οικονομία της Ευρωζώνης, αλλά τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του ευρώ, μια χώρα που θεωρείται επί δεκαετίες ένας από τους δύο βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Ο Moulin επιχείρησε, πάντως, να διαχωρίσει τη σημερινή γαλλική κατάσταση από την ελληνική κρίση χρέους.
«Η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα κατά την κρίση του ευρώ», είναι ουσιαστικά το μήνυμά του.
Όμως η ίδια η ανάγκη να γίνει αυτή η σύγκριση αποκαλύπτει πόσο σοβαρά αντιμετωπίζονται πλέον οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι στο Παρίσι.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Γαλλία βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα άμεσο πάγωμα της χρηματοδότησής της.
Το πρόβλημα είναι πολύ πιο ύπουλο και, ίσως γι’ αυτό, πιο επικίνδυνο.
Το χρέος αναχρηματοδοτείται σταδιακά με ολοένα υψηλότερο κόστος, οι τόκοι καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού και ο δημοσιονομικός χώρος για επενδύσεις, κοινωνικές δαπάνες και ανάπτυξη συρρικνώνεται.
Και όταν μια χώρα αρχίζει να δανείζεται ακριβότερα μόνο και μόνο για να χρηματοδοτήσει το παλαιό της χρέος, τότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που μπορεί να εξελιχθεί πολύ γρήγορα.

Τα γαλλικά ομόλογα στέλνουν προειδοποιητικό σήμα

Οι αποδόσεις των γαλλικών 10ετών ομολόγων βρέθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα κοντά στο 5%, ενώ στη συνέχεια υποχώρησαν περίπου στο 4,86%. Η διαφορά απόδοσης έναντι των αντίστοιχων γερμανικών Bund έφθασε περίπου στις 137 μονάδες βάσης.
Αυτό το spread αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βαρόμετρα της ανησυχίας των αγορών.
Όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, τόσο περισσότερο οι επενδυτές απαιτούν πρόσθετη αποζημίωση για να κρατήσουν γαλλικό κρατικό χρέος. Με άλλα λόγια, η αγορά αρχίζει να τιμολογεί υψηλότερο δημοσιονομικό και πολιτικό κίνδυνο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα.
Η Γαλλία εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στις αγορές και οι δημοπρασίες ομολόγων της συνεχίζουν να προσελκύουν επενδυτές. Δεν υπάρχει, συνεπώς, εικόνα άμεσης κατάρρευσης. Όμως οι κρίσεις χρέους σπανίως ξεκινούν με μια θεαματική κατάρρευση από την πρώτη ημέρα.
Πολύ συχνότερα ξεκινούν με κάτι που μοιάζει διαχειρίσιμο: λίγο υψηλότερα επιτόκια, λίγο μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, λίγο μεγαλύτερο έλλειμμα και λίγο μικρότερο δημοσιονομικό περιθώριο.
Μέχρι τη στιγμή που η δυναμική αντιστρέφεται και οι αριθμοί αρχίζουν να λειτουργούν εναντίον της κυβέρνησης.
Στα τέλη Ιουνίου 2026, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας ανερχόταν περίπου στα 3,596 τρισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 119% του ΑΕΠ.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η πορεία του κόστους εξυπηρέτησης.
Οι τόκοι του δημόσιου χρέους ανέρχονται σήμερα περίπου στα 70 δισ. ευρώ, ενώ ο προϋπολογισμός του 2027 προβλέπει ότι το ποσό αυτό θα φθάσει περίπου στα 91 δισ. ευρώ.
Δηλαδή, μέσα σε ένα περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης, το γαλλικό κράτος καλείται να διαθέσει ολοένα μεγαλύτερα ποσά μόνο και μόνο για την εξυπηρέτηση του χρέους που έχει ήδη συσσωρεύσει.
Είναι η γνωστή «παγίδα του χρέους»: όσο υψηλότερο είναι το κόστος δανεισμού, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κόστος εξυπηρέτησης. Όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο λιγότερα χρήματα μένουν για τις υπόλοιπες κρατικές ανάγκες. Και όσο μειώνεται ο δημοσιονομικός χώρος, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πειστούν οι αγορές ότι το χρέος θα σταθεροποιηθεί.
Η ανάπτυξη δεν προσφέρει προς το παρόν σημαντική βοήθεια. Η Banque de France προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,4% για το 2026 και 0,9% για το 2027.
Με τόσο χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Γαλλία χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία για να σταθεροποιήσει το χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την κατάσταση πολιτικά εκρηκτική.

Ο προϋπολογισμός του 2027 είναι η μεγάλη μάχη

Η κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Sébastien Lecornu έχει παρουσιάσει σχέδιο προϋπολογισμού για το 2027 που προβλέπει μείωση του ελλείμματος από 5,4% του ΑΕΠ το 2026 σε 5% το 2027.
Στην πράξη, όμως, η προσπάθεια αυτή απαιτεί δύσκολες αποφάσεις.
Περιλαμβάνει αυξήσεις φόρων και εισφορών, περιορισμό ορισμένων φορολογικών ελαφρύνσεων, αυστηρότερο έλεγχο σε κοινωνικές και υγειονομικές δαπάνες και περιορισμό του ρυθμού αύξησης των δημόσιων δαπανών.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση διατηρεί ή αυξάνει δαπάνες που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας, μεταξύ άλλων για την άμυνα.
Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει ασφαλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Έτσι, η μάχη του προϋπολογισμού αποκτά διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Πρόκειται ουσιαστικά για τη μάχη της Γαλλίας να αποδείξει στις αγορές ότι εξακολουθεί να ελέγχει τα δημόσια οικονομικά της.
Η κυβέρνηση ζητά, μάλιστα, από την τοπική αυτοδιοίκηση να συμβάλει με δημοσιονομική προσπάθεια ύψους 5,4 δισ. ευρώ, γεγονός που ήδη προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η χώρα κινείται προς τις προεδρικές εκλογές του 2027.
Η πολιτική αβεβαιότητα, συνεπώς, μπορεί να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη με τους ίδιους τους δημοσιονομικούς αριθμούς.

Η Ελλάδα γνωρίζει πολύ καλά πώς ξεκινά μια κρίση χρέους


Η Ελλάδα έχει βιώσει με τον πιο οδυνηρό τρόπο τι σημαίνει να αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης μιας χώρας την ώρα που το δημόσιο χρέος είναι ήδη πολύ υψηλό.
Η κρίση χρέους της Ευρωζώνης στις αρχές της δεκαετίας του 2010 απέδειξε ότι η εμπιστοσύνη των αγορών μπορεί να αλλάξει πολύ γρήγορα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η κρίση έφθασε σε ακραίο σημείο και οδήγησε σε μνημόνια, σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή, ύφεση και μια πρωτοφανή κοινωνική και οικονομική δοκιμασία.
Η Γαλλία απέχει σήμερα πολύ από ένα τέτοιο σενάριο. Διαθέτει πολύ μεγαλύτερη οικονομική βάση, βαθύτερες χρηματοπιστωτικές αγορές και διαφορετικά θεσμικά χαρακτηριστικά.
Όμως το βασικό μάθημα της ελληνικής κρίσης παραμένει επίκαιρο: το ύψος του χρέους από μόνο του δεν αρκεί για να προκαλέσει κρίση. Η κρίση δημιουργείται όταν οι αγορές αρχίζουν να αμφιβάλλουν για την ικανότητα μιας χώρας να ελέγξει τη δυναμική του χρέους της.
Αυτό ακριβώς προσπαθεί να αποτρέψει τώρα ο Moulin.
Δεν λέει ότι η Γαλλία βρίσκεται στο σημείο που βρέθηκε η Ελλάδα. Προειδοποιεί όμως ότι η αδράνεια μπορεί να οδηγήσει σταδιακά σε μια κατάσταση όπου τα επιτόκια θα περιορίζουν όλο και περισσότερο τις επιλογές της κυβέρνησης.
Και αυτό είναι το πραγματικό «καμπανάκι» για ολόκληρη την Ευρώπη.

Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι μόνο τα επιτόκια

Ο Moulin επισημαίνει ότι η άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων δεν είναι αποκλειστικά γαλλικό φαινόμενο.
Ο πληθωρισμός, οι τεράστιες ανάγκες δανεισμού των κυβερνήσεων και οι μεγάλες εκδόσεις χρέους διεθνώς έχουν οδηγήσει σε μια νέα εποχή υψηλότερων επιτοκίων.
Στην περίπτωση της Γαλλίας, όμως, πάνω σε αυτή την παγκόσμια πίεση προστίθεται το ειδικό «ασφάλιστρο» που απαιτούν οι επενδυτές λόγω της δημοσιονομικής αδυναμίας και της πολιτικής αβεβαιότητας.
Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο: η Γαλλία δεν χρειάζεται να χάσει την πρόσβαση στις αγορές για να αντιμετωπίσει πρόβλημα. Αρκεί να συνεχίσει να δανείζεται για αρκετό χρονικό διάστημα με ολοένα υψηλότερο κόστος.
Αυτός είναι ο αργός στραγγαλισμός για τον οποίο προειδοποιεί ο διοικητής της Banque de France.
Ένα ακόμη κρίσιμο μήνυμα του Moulin αφορά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Η Γαλλία δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι η ΕΚΤ θα λειτουργήσει ως αυτόματος μηχανισμός διάσωσης σε περίπτωση που η δημοσιονομική κατάσταση επιδεινωθεί.
Τα εργαλεία της ΕΚΤ υπάρχουν για την αντιμετώπιση σοβαρών δυσλειτουργιών στις αγορές και όχι για να αντικαταστήσουν τη δημοσιονομική πολιτική των κυβερνήσεων.
Με άλλα λόγια, το Παρίσι δεν μπορεί να περιμένει ότι η Φρανκφούρτη θα καλύψει επ' αόριστον το δημοσιονομικό κενό.
Η ευθύνη επιστρέφει στην κυβέρνηση και στο γαλλικό κοινοβούλιο.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της προειδοποίησης: οι αγορές θέλουν να δουν πραγματικές αποφάσεις, όχι απλές εξαγγελίες.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης